Πώς σχετίζεται η ιατρική ευθύνη με την αμέλεια;

Ο Συνήγορος του Ασθενή έχει επιχειρήσει σε προηγούμενα άρθρα, να εξηγήσει στους αναγνώστες του, πώς ορίζεται ένα ιατρικό λάθος αλλά και σε τι διαφέρει η ιατρική αμέλεια. Στο παρόν άρθρο, θα αναφερθούμε στη συσχέτιση της ιατρικής ευθύνης με την αμέλεια, μία έννοια η οποία εξετάζεται σε βάθος από τη δικαιοσύνη κάθε φορά που μία υπόθεση ακολουθεί τη νομική οδό, καθώς τις περισσότερες φορές είναι πολύ δύσκολο να κριθεί.

Οι γιατροί έχουν ευθύνη όταν ενεργούν  ή παραλείπουν να ενεργήσουν  με αμέλεια.

 

Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, Όταν οι γιατροί ενεργήσουν με ορθό τρόπο, αλλά το αποτέλεσμα της υγείας του ασθενούς είναι δυσμενές, τότε δεν πρόκειται για ιατρική αμέλεια. 

 

Τούτο ισχύει, επειδή ο γιατρός δε μπορεί να κριθεί με βάση το αποτέλεσμα, αλλά με βάση τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε και αν αυτός ήταν ορθός ή μη, πιο συγκεκριμένα εάν ήταν σύμφωνος με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης.

Η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση ή και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται εάν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία αμέλεια υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. 

Δηλαδή θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό ή επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική.

Έτσι, εάν προκληθεί είτε βαριά, είτε επικίνδυνη, είτε θανατηφόρα σωματική βλάβη,  είτε επήλθε το μοιραίο, τότε ο γιατρός θα έλθει αντιμέτωπος με κατηγορίες για πλημμελείς ή αμελείς ιατρικές τεχνικές. 

 

Είναι φανερό από τα παραπάνω, ότι όταν συντρέχει αμέλεια εκ μέρους του γιατρού, ο ιατρός θα έρθει αντιμέτωπος με τις αντίστοιχες κατηγορίες . Γι’ αυτό το λόγο και ο γιατρός θα πρέπει να αποδείξει ότι ενήργησε κατά ορθό τρόπο, τήρησε τους κανόνες και τα πρωτόκολλα, και ότι η όποια βλάβη προκλήθηκε στον ασθενή δεν οφείλεται σε δική του παράλειψη ή ενέργεια αλλά σε κάποιο ενδογενές ή τυχαίο αίτιο.

 

Σημειώνεται δε, ότι η ιατρική ευθύνη εντοπίζεται όταν παραβιάζονται οι κανόνες της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας  αλλά και στις περιπτώσεις  που διαπιστώνεται ιατρικό  σφάλμα ή αμέλεια. 

 

Στην Ελλάδα η ιατρική ευθύνη διακρίνεται σε Αστική, Ποινική και Πειθαρχική και η νομική αντιμετώπιση του σφάλματος πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού αστικού και ποινικού δικαίου. 

Ενόψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια ασθενούς, κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες το αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης ως συνέπεια ιατρικής πράξης ή παράλειψης οφείλεται σε παράβαση απ’ αυτόν (ιατρό) των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης για τους οποίους, δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης του ασθενούς απορρέει από το νόμο.

 

Ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτησθείσας πείρας, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαφύλαξη των ασθενών και προστασίας των υγιών.

 

Βασική προϋποθεση είναι να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος, ενώ ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός αν ενήργησε κατά τους πιο πάνω κανόνες (lege artis) και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και με τα στη διάθεσή του μέσα, συνετός και επιμελής ιατρός. αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Για παράδειγμα, στην περίπτωση αμέλειας κατά την οποία ένας γιατρός κατηγορείται για εσφαλμένη διάγνωση, το δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο εκείνος ενήργησε ορθά προκειμένου να καταλήξει στη διάγνωση. Αναζητείται, εάν πραγματοποιήσε τις κατάλληλες διαγνωστικές ενέργειες, τις προβλεπόμενες εξετάσεις, αλλά και εργαστηριακές και απεικονιστικές στον ασθενή, οι οποίες θα οδηγούσαν σε ασφαλή διάγνωση. 

 

Σε περίπτωση που απέτυχε να διαγνώσει την πάθηση του ασθενούς, όχι από δική του υπαιτιότητα, αλλά διότι η νόσος δεν είχε εμφανή συμπτώματα, ή δεν υπήρχε επαρκής χρόνος για ασφαλή διάγνωση, τότε η εσφαλμένη διάγνωση δεν μπορεί να καταλογιστεί στο γιατρό.

 

Τέλος, διευκρινίζεται, ότι η ιατρική αμέλεια μπορεί να οφείλεται τόσο στην επιπολαιότητα, όσο και στην άγνοια του γιατρού. Αυτό το οποίο εξετάζεται είναι κατά πόσο γνώριζε ως όφειλε τους πιθανούς κινδύνους, αλλά και εάν ακολούθησε τις γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή σύγχρονες μεθόδους. 

 

Τυχόν απρονοησία εκ μέρους του γιατρού, είναι πιθανό να οδηγήσει σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή, αλλά και σε άλλες λανθασμένες ενέργειες που θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα και την υγεία ή τη ζωή του ασθενούς.

Πιστεύετε ότι η υγεία σας παραμελήθηκε λόγω της πανδημίας;

Μη διστάσετε να ζητήσετε τη συμβουλή μας για οποιαδήποτε απορία σας.

Λ. Συγγρού 262, Αθήνα Τ.Κ 17672

+30 211 012 1395

support@sta.bcla.gr