Επικοινωνήστε μαζί μας στα social media

Messenger


Viber

καραντίνα

Τα αρνητικά αποτελέσματα της καραντίνας στους επαγγελματίες υγείας

Η πανδημία του κορονοϊού έχει πλήξει περισσότερους από 9 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εκτιμά ότι η παγκόσμια θνησιμότητα έχει φτάσει το 3.4%, με περίπου 500.000 ανθρώπους να έχουν καταλήξει μέχρι σήμερα. Ως αποτέλεσμα, η πανδημία του covid-19 πιστεύετε ότι έχει υψηλότερη θνησιμότητα από την εποχική γρίπη (1). 

Πώς επηρέασε η καραντίνα;

Οι επαγγελματίες υγείας διατρέχουν σημαντικούς κινδύνους για την ψυχική τους κατάσταση, κατά τη διάρκεια της κρίσης του κορονοϊού. Προηγούμενες πανδημίες έχουν δείξει ότι μετά από μακρά περίοδο καραντίνας, οι εργαζόμενοι βιώνουν μια έντονη κατάσταση μετατραυματικού στρες και ενδέχεται να παρουσιάσουν κατάθλιψη ή να κάνουν χρήση ουσιών. 

Ο περιορισμός της κίνησης και ο διαχωρισμός των αυτών που εκτέθηκαν στον ιό, αν και απαραίτητος, δεν παύει να είναι μία δυσάρεστη εμπειρία για όσους υποβλήθηκαν σε καραντίνα. Η απομάκρυνση από τα αγαπημένα πρόσωπα, η απώλεια της ελευθερίας και ορισμένες φορές η αβεβαιότητα για την κατάσταση της νόσου, ενδέχεται να επιφέρουν αρνητικά αποτελέσματα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι σε όλο τον κόσμο αναφέρθηκαν πολυάριθμα περιστατικά αυτοκτονιών, βίας και νομικών αγωγών. Ωστόσο, τα πιθανά οφέλη της υποχρεωτικής μαζικής καραντίνας πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά έναντι των πιθανών ψυχολογικών δαπανών. H επιτυχής χρήση του μέτρου της καραντίνας ως μέτρο δημόσιας υγείας, απαιτεί από εμάς να μειώσουμε, στο μέτρο του δυνατού, τις αρνητικές επιπτώσεις που σχετίζονται με αυτήν.

Ο ψυχολογικός αντίκτυπος της καραντίνας είναι ουσιαστικός και μπορεί να είναι μεγάλος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιείται το μέτρο της καραντίνας. Οι ψυχολογικές επιπτώσεις της μη χρήσης καραντίνας και της επέκτασης της νόσου μπορεί να είναι χειρότερες. Ωστόσο, η στέρηση των ανθρώπων από την ελευθερία τους πρέπει να αντιμετωπιστεί προσεκτικά. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες στον πληθυσμό τους, ώστε να διαχειριστεί όσο το δυνατό πιο ομαλά την κατάσταση. 

Τι δείχνουν οι έρευνες;

Οι έρευνες που διεξάγονται στην Κίνα και την Ιταλία φέρνουν στο φως στοιχεία που δηλώνουν ότι η κατάθλιψη παρουσιάζεται στο 50.3% των εργαζομένων, το άγχος στο 44.6% και η αϋπνία στο 34%. Τα δεδομένα είναι ακόμη πιο ανησυχητικά σε περιπτωση που προϋπάρχουν ψυχικές διαταραχές και χρήση ουσιών σε αυτό τον πληθυσμό. Επιπλέον, οι γιατροί εμφανίζουν υψηλά ποσοστά αυτοκτονικού ιδεασμού σε σύγκριση με τους υπόλοιπους επαγγελματίες. 

Οι ερευνητές προτείνουν την εφαρμογή ψυχολογικών πρώτων βοηθειών, δηλαδή μία ψυχολογική παρέμβαση που θα βασίζεται στις ανάγκες του εκάστοτε περιστατικού, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος σημαντικών βλαβών στη ψυχική και σωματική υγεία. Αναδεικνύουν το σημαντικό ρόλο της ενημέρωσης, η οποία θα πρέπει να επικεντρώνεται στην ασφάλεια των εργαζομένων και χρησιμεύει στην αντιμετώπιση του τραύματος

Οι πρώτες βοήθειας στη ψυχολογική υποστήριξη μπορούν να φανούν καθοριστικές σε μία πανδημία όπως του covid-19, εφόσον δίνουν έμφαση περισσότερο στην παρέμβαση στην κρίση και λιγότερο στην παροχή συμβουλών, σύμφωνα με τους μελετητές. Από την άλλη πλευρά, τονίζεται ότι η παρέμβαση στην κρίση, θα μπορούσε να έχει οδηγήσει στο να χάσουν μεγαλύτερη φροντίδα όσοι τη χρειάζονται και ν’ αποτρέψει τη δημιουργία μακροπρόθεσμων αντιδράσεων (2). 

Τι μπορείτε να κάνετε σε περίπτωση ιατρικού λάθους;

 Εάν εσείς ή κάποιο αγαπημένο σας πρόσωπο έχει βιώσει ιατρικό λάθος, αυτή την κρίσιμη περίοδο, ο Συνήγορος του Ασθενή είναι εδώ για να ακούσει την ιστορία σας και να σας καθοδηγήσει για την ηθική και οικονομική δικαίωση σας.

Πηγές:

(1) WHO, 2020. WHO Director-General’s opening remarks at the media briefing on COVID-19 – 3 March 2020.

(2) Gold, G. (2020). Covid-19: adverse mental health outcomes for healthcare workers. BMJ. 369

(3) Brooks, S. (2020). The psychological impact of quarantine and how to reduce it: rapid review of the evidence. The Lancet. 395, 10227: 912-920