Καμία ιατρική πράξη δεν πρέπει να γίνεται χωρίς προηγούμενη συναίνεση του ασθενή, εκτός από συγκεκριμένες εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος. Η συναίνεση δεν είναι απλώς μια υπογραφή σε έντυπο· προϋποθέτει πλήρη, σαφή και κατανοητή ενημέρωση για την πράξη, τους κινδύνους, τις πιθανές επιπλοκές, τις εναλλακτικές λύσεις και τον χρόνο αποκατάστασης. Όταν ο ασθενής αισθάνεται ότι δεν ενημερώθηκε ουσιαστικά ή ότι έγινε κάτι διαφορετικό από αυτό που είχε συμφωνήσει, η υπόθεση χρειάζεται προσεκτική αξιολόγηση.
Όταν ο ασθενής νιώθει ότι «δεν τον ρώτησαν πραγματικά»
Μια επέμβαση, ακόμη και όταν θεωρείται απλή ή συνηθισμένη, δεν είναι ποτέ μια τυπική διαδικασία για τον άνθρωπο που τη βιώνει. Ο ασθενής καλείται να εμπιστευθεί το σώμα του, την υγεία του και πολλές φορές το μέλλον του σε μια ιατρική απόφαση που δεν μπορεί πάντα να αξιολογήσει μόνος του.
Γι’ αυτό η ενημέρωση πριν από μια ιατρική πράξη δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι βασικό δικαίωμα.
Στην πράξη, όμως, πολλοί ασθενείς περιγράφουν μια διαφορετική εμπειρία. «Μου έδωσαν ένα χαρτί να υπογράψω λίγο πριν μπω στο χειρουργείο». «Δεν μου εξήγησαν τις επιπλοκές». «Μου είπαν ότι είναι τυπικό». «Έγινε κάτι διαφορετικό από αυτό που είχα καταλάβει». «Μετά την επιπλοκή έμαθα ότι υπήρχε κίνδυνος που δεν μου είχε αναφερθεί».
Αυτές οι φράσεις δεν σημαίνουν αυτομάτως ότι υπήρξε ιατρική αμέλεια. Δείχνουν όμως ότι υπάρχει ένα κρίσιμο ερώτημα: η συναίνεση του ασθενή ήταν πράγματι ενημερωμένη;
Τι σημαίνει ενημερωμένη συναίνεση
Η ενημερωμένη συναίνεση σημαίνει ότι ο ασθενής συμφωνεί σε μια ιατρική πράξη αφού προηγουμένως έχει λάβει κατανοητή και ουσιαστική ενημέρωση. Δεν αρκεί να έχει υπογράψει ένα έντυπο. Πρέπει να έχει καταλάβει τι πρόκειται να γίνει, γιατί προτείνεται, ποιο είναι το αναμενόμενο όφελος, ποιοι είναι οι κίνδυνοι και ποιες άλλες επιλογές υπάρχουν.
Σύμφωνα με τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, ο γιατρός έχει καθήκον να ενημερώνει πλήρως και κατανοητά τον ασθενή για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, τις συνέπειες, τους ενδεχόμενους κινδύνους ή επιπλοκές, τις εναλλακτικές προτάσεις και τον πιθανό χρόνο αποκατάστασης.
Αυτό έχει μεγάλη σημασία. Ο ασθενής δεν καλείται απλώς να «επιτρέψει» κάτι. Καλείται να πάρει απόφαση για το σώμα και την υγεία του. Για να είναι πραγματική αυτή η απόφαση, πρέπει να προηγείται ενημέρωση που μπορεί να καταλάβει.
Η υπογραφή δεν αρκεί πάντα
Ένα από τα πιο συνηθισμένα λάθη στην καθημερινή αντίληψη είναι ότι η συναίνεση ταυτίζεται με την υπογραφή.
Η υπογραφή σε ένα έντυπο μπορεί να είναι σημαντικό στοιχείο. Δεν απαντά όμως πάντα στο ερώτημα αν ο ασθενής ενημερώθηκε ουσιαστικά. Άλλο πράγμα είναι να δοθεί στον ασθενή χρόνος να συζητήσει, να ρωτήσει και να καταλάβει. Και άλλο να του δοθεί ένα έντυπο λίγο πριν από την επέμβαση, χωρίς ουσιαστική εξήγηση, σε συνθήκες άγχους ή πίεσης.
Η ενημερωμένη συναίνεση πρέπει να καλύπτει τη συγκεκριμένη ιατρική πράξη, το περιεχόμενό της και τον χρόνο εκτέλεσής της. Αυτό σημαίνει ότι ο ασθενής πρέπει να γνωρίζει σε τι ακριβώς συναινεί. Αν γίνει άλλη πράξη, αν επεκταθεί η επέμβαση πέρα από αυτό που είχε συμφωνηθεί ή αν ο ασθενής δεν είχε ενημερωθεί για ουσιώδεις κινδύνους, μπορεί να τεθεί ζήτημα παραβίασης των δικαιωμάτων του.
Δεν σημαίνει ότι κάθε επιπλοκή αποδεικνύει ελλιπή ενημέρωση. Σημαίνει όμως ότι, όταν ο ασθενής δεν γνώριζε τον κίνδυνο ή δεν είχε καταλάβει τη φύση της πράξης, η υπόθεση χρειάζεται να ελεγχθεί πιο προσεκτικά.
Τι πρέπει να γνωρίζει ο ασθενής πριν από μια επέμβαση
Πριν από μια επέμβαση ή άλλη σοβαρή ιατρική πράξη, ο ασθενής πρέπει να έχει μια καθαρή εικόνα για το τι πρόκειται να γίνει.
Η ενημέρωση πρέπει να περιλαμβάνει τη φύση της πράξης, τον σκοπό της, τα πιθανά αποτελέσματα, τους βασικούς κινδύνους, τις πιθανές επιπλοκές, τις εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές και τον πιθανό χρόνο αποκατάστασης. Δεν χρειάζεται να μετατραπεί ο ασθενής σε γιατρό. Χρειάζεται όμως να έχει αρκετή πληροφορία ώστε να αποφασίσει συνειδητά.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε επεμβάσεις που επηρεάζουν έντονα το σώμα, την εικόνα, τη γονιμότητα, τη σεξουαλική ζωή, την αυτονομία ή την καθημερινότητα του ασθενή. Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας αναφέρει ειδικά ότι πρέπει να καταβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή στην ενημέρωση για ειδικές επεμβάσεις, όπως μεταμοσχεύσεις, μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, επεμβάσεις αλλαγής ή αποκατάστασης φύλου, καθώς και αισθητικές ή κοσμητικές επεμβάσεις.
Αυτό είναι κρίσιμο για πολλές πραγματικές υποθέσεις. Για παράδειγμα, σε μια αισθητική επέμβαση, ο ασθενής δεν ενδιαφέρεται μόνο για το αν η πράξη έγινε τεχνικά σωστά. Ενδιαφέρεται και για το αν είχε ενημερωθεί για ουλές, ασυμμετρίες, χρόνους αποκατάστασης, πιθανή ανάγκη διορθωτικής πράξης ή κινδύνους που μπορεί να επηρεάσουν την εμφάνισή του. Αντίστοιχα, σε γυναικολογικές ή μαιευτικές πράξεις, η ενημέρωση πρέπει να είναι σαφής, προσεκτική και ουσιαστική, γιατί οι αποφάσεις μπορεί να έχουν μεγάλη σωματική και ψυχική βαρύτητα.
Πότε μπορεί να γίνει ιατρική πράξη χωρίς συναίνεση
Ο κανόνας είναι ότι ο γιατρός δεν επιτρέπεται να προβεί σε οποιαδήποτε ιατρική πράξη χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του ασθενή.
Υπάρχουν όμως εξαιρέσεις. Ο νόμος προβλέπει ότι συναίνεση δεν απαιτείται σε επείγουσες περιπτώσεις, όταν δεν μπορεί να ληφθεί κατάλληλη συναίνεση και υπάρχει άμεση, απόλυτη και κατεπείγουσα ανάγκη παροχής ιατρικής φροντίδας. Προβλέπονται επίσης ειδικές περιπτώσεις, όπως η απόπειρα αυτοκτονίας ή η άρνηση συναίνεσης από πρόσωπα που έχουν την εξουσία να συναινέσουν για ασθενή που δεν μπορεί να το κάνει, όταν υπάρχει ανάγκη άμεσης παρέμβασης για να αποτραπεί κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία του.
Αυτές οι εξαιρέσεις δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται γενικά και αόριστα. Δεν σημαίνουν ότι σε κάθε δύσκολη ιατρική κατάσταση μπορεί να παρακαμφθεί η συναίνεση. Αφορούν συγκεκριμένες, επείγουσες περιστάσεις, όπου η αναμονή θα μπορούσε να θέσει σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία του ασθενή.
Γι’ αυτό, όταν ένας ασθενής ή οι συγγενείς του υποστηρίζουν ότι έγινε πράξη χωρίς συναίνεση, το κρίσιμο ερώτημα είναι: υπήρχε πράγματι τέτοια επείγουσα ανάγκη που να δικαιολογεί την εξαίρεση;
Όταν έγινε κάτι διαφορετικό από αυτό που είχε συμφωνηθεί
Ένα από τα πιο δύσκολα σημεία είναι η περίπτωση όπου ο ασθενής συναίνεσε σε μια πράξη, αλλά τελικά έγινε κάτι διαφορετικό ή περισσότερο.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια ενός χειρουργείου μπορεί να προκύψει απρόβλεπτο εύρημα ή επείγουσα ανάγκη. Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι υπήρξε παραβίαση. Αν όμως η επέκταση της πράξης δεν ήταν επείγουσα, δεν είχε εξηγηθεί εκ των προτέρων ως πιθανό ενδεχόμενο και δεν καλυπτόταν από τη συναίνεση του ασθενή, τότε μπορεί να δημιουργηθούν σοβαρά ερωτήματα.
Παράδειγμα: ένας ασθενής συναινεί σε συγκεκριμένη επέμβαση και μετά ενημερώνεται ότι έγινε και άλλη πράξη, επειδή «κρίθηκε καλύτερο». Ή μια ασθενής θεωρεί ότι συναίνεσε σε διαγνωστική ή περιορισμένη θεραπευτική πράξη, αλλά διαπιστώνει ότι έγινε πιο εκτεταμένη παρέμβαση. Ή ένας ασθενής σε αισθητική επέμβαση βλέπει αποτέλεσμα ή επιπλοκή για την οποία δεν είχε ενημερωθεί ως ουσιώδη κίνδυνο.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απάντηση δεν δίνεται μόνο από το έντυπο συναίνεσης. Χρειάζεται να ελεγχθεί τι ακριβώς αναγράφεται, τι εξηγήθηκε, πότε δόθηκε η ενημέρωση, αν υπήρξαν εναλλακτικές, τι καταγράφεται στον ιατρικό φάκελο και τι αναφέρει το χειρουργικό ή αναισθησιολογικό πρακτικό.
Επέμβαση χωρίς ενημέρωση για κινδύνους ή επιπλοκές
Πολλές υποθέσεις δεν αφορούν πλήρη απουσία συναίνεσης. Αφορούν ελλιπή ενημέρωση.
Ο ασθενής μπορεί να έχει υπογράψει. Μπορεί να γνώριζε ότι θα γίνει επέμβαση. Όμως μετά την επιπλοκή ανακαλύπτει ότι υπήρχε κίνδυνος που δεν του εξηγήθηκε, ότι υπήρχε εναλλακτική μέθοδος που δεν του παρουσιάστηκε ή ότι ο χρόνος αποκατάστασης ήταν πολύ διαφορετικός από αυτόν που είχε καταλάβει.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε επεμβάσεις όπου το αποτέλεσμα επηρεάζει σοβαρά την ποιότητα ζωής: απώλεια λειτουργικότητας, μόνιμη βλάβη, ουλές, χρόνιος πόνος, ανάγκη νέας επέμβασης, απώλεια γονιμότητας ή αισθητική παραμόρφωση.
Η ελλιπής ενημέρωση δεν μετατρέπει κάθε επιπλοκή σε ιατρικό λάθος. Μπορεί όμως να συνδέεται με προσβολή της αυτονομίας του ασθενή. Γιατί ο ασθενής ίσως να είχε πάρει διαφορετική απόφαση αν γνώριζε πλήρως τους κινδύνους, τις εναλλακτικές και τις πιθανές συνέπειες.
Τι στοιχεία έχουν σημασία
Όταν υπάρχει υποψία ότι έγινε επέμβαση χωρίς ενημερωμένη συναίνεση, η υπόθεση δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο με βάση τη μνήμη του ασθενή ή μια γενική αίσθηση αδικίας. Χρειάζονται στοιχεία.
Σημαντικά μπορεί να είναι το έντυπο συναίνεσης, τα ενημερωτικά έγγραφα που δόθηκαν πριν από την πράξη, ο ιατρικός φάκελος, οι προεγχειρητικές σημειώσεις, το χειρουργικό πρακτικό, το αναισθησιολογικό δελτίο, οι οδηγίες που δόθηκαν μετά την επέμβαση, τα μηνύματα ή emails με τον γιατρό ή την κλινική και τυχόν μαρτυρίες για το τι ειπώθηκε πριν από την επέμβαση.
Σημασία έχει και ο χρόνος. Πότε ενημερώθηκε ο ασθενής; Είχε πραγματική δυνατότητα να σκεφτεί, να ρωτήσει και να αποφασίσει; Ή του ζητήθηκε να υπογράψει μέσα σε συνθήκες πίεσης, λίγο πριν από την πράξη;
Η αξιολόγηση πρέπει να εξετάζει όχι μόνο αν υπάρχει υπογραφή, αλλά αν η ενημέρωση ήταν πλήρης, σαφής, κατανοητή και σχετική με τη συγκεκριμένη πράξη.
Πότε χρειάζεται διερεύνηση
Μια υπόθεση μπορεί να χρειάζεται διερεύνηση όταν ο ασθενής δεν ενημερώθηκε για ουσιώδεις κινδύνους, όταν δεν του παρουσιάστηκαν εναλλακτικές, όταν έγινε πράξη διαφορετική από αυτή που είχε συμφωνήσει, όταν η συναίνεση δόθηκε βιαστικά χωρίς ουσιαστική εξήγηση ή όταν υπήρξε επιπλοκή για την οποία ο ασθενής δηλώνει ότι δεν είχε ενημερωθεί ποτέ.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε αισθητικές επεμβάσεις, γυναικολογικές ή μαιευτικές πράξεις, χειρουργεία με μόνιμες συνέπειες, αναισθησιολογικές επιπλοκές και επεμβάσεις όπου το αποτέλεσμα επηρεάζει σοβαρά την καθημερινότητα του ασθενή.
Δεν χρειάζεται ο ασθενής να γνωρίζει από πριν αν υπάρχει ιατρική ευθύνη. Αυτό που χρειάζεται είναι να συγκεντρωθούν τα στοιχεία και να εξεταστεί αν η πράξη που έγινε αντιστοιχούσε σε αυτό που πραγματικά γνώριζε και αποδέχθηκε.
Αν θεωρείτε ότι έγινε επέμβαση ή άλλη ιατρική πράξη χωρίς την ουσιαστική συναίνεσή σας, το πρώτο βήμα είναι να καταγράψετε με ακρίβεια τι θυμάστε. Τι σας εξηγήθηκε, ποιος σας ενημέρωσε, πότε έγινε η ενημέρωση, τι υπογράψατε, αν σας δόθηκε χρόνος να κάνετε ερωτήσεις και τι τελικά συνέβη.
Το δεύτερο βήμα είναι να συγκεντρώσετε τα σχετικά έγγραφα: έντυπα συναίνεσης, ιατρικό φάκελο, χειρουργικό πρακτικό, αναισθησιολογικό δελτίο, εξετάσεις, οδηγίες και οποιαδήποτε γραπτή επικοινωνία με τον γιατρό, το νοσοκομείο ή την κλινική.
Η ύπαρξη υπογραφής δεν κλείνει πάντα το ζήτημα. Αντίστοιχα, η ύπαρξη επιπλοκής δεν σημαίνει από μόνη της ότι υπήρξε λάθος. Αυτό που χρειάζεται να ελεγχθεί είναι αν ο ασθενής είχε ενημερωθεί ουσιαστικά και αν η πράξη που έγινε καλυπτόταν πραγματικά από τη συναίνεσή του.
** Το περιεχόμενο είναι ενημερωτικού χαρακτήρα και δεν αποτελεί νομική ή ιατρική συμβουλή. Κάθε υπόθεση αξιολογείται ξεχωριστά, με βάση τα πραγματικά περιστατικά και τα διαθέσιμα στοιχεία.
Πηγές:
Ν. 3418/2005 — Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας. Περιλαμβάνει τον ορισμό της ιατρικής πράξης, την υποχρέωση ενημέρωσης, τη συναίνεση του ενημερωμένου ασθενή και τις εξαιρέσεις.
Άρθρο 11 Ν. 3418/2005 — Υποχρέωση ενημέρωσης. Αναφέρει ότι ο γιατρός οφείλει να ενημερώνει πλήρως και κατανοητά τον ασθενή για την κατάσταση της υγείας του, την προτεινόμενη πράξη, τους κινδύνους, τις επιπλοκές, τις εναλλακτικές και τον χρόνο αποκατάστασης.
Άρθρο 12 Ν. 3418/2005 — Συναίνεση του ενημερωμένου ασθενή. Προβλέπει ότι ο γιατρός δεν επιτρέπεται να προβεί σε οποιαδήποτε ιατρική πράξη χωρίς προηγούμενη συναίνεση, τις προϋποθέσεις έγκυρης συναίνεσης και τις εξαιρέσεις.
Υπουργείο Υγείας — Δικαιώματα Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας. Αναφέρει το δικαίωμα του λήπτη υπηρεσιών υγείας να συγκατατεθεί ή να αρνηθεί κάθε διαγνωστική ή θεραπευτική πράξη, να ενημερωθεί πλήρως και να συμμετέχει στις αποφάσεις που τον αφορούν.
Επικοινωνήστε με την εξειδικευμένη μας ομάδα εδώ:
Συχνές Ερωτήσεις
Το ιατρικό απόρρητο είναι η υποχρέωση του γιατρού να τηρεί εχεμύθεια για πληροφορίες που αφορούν τον ασθενή ή τους οικείους του και περιέρχονται σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
Ναι. Η διάγνωση, οι εξετάσεις, η θεραπεία, το ιατρικό ιστορικό και τα στοιχεία του ιατρικού φακέλου είναι πληροφορίες που συνδέονται με την υγεία του ασθενή και προστατεύονται.
Δεν υπάρχει γενικός κανόνας ότι μπορεί πάντα. Η ενημέρωση συγγενών εξαρτάται από τις συνθήκες, τη συναίνεση του ασθενή, την κατάσταση υγείας του και τις νόμιμες εξαιρέσεις. Κάθε περίπτωση χρειάζεται προσεκτική αξιολόγηση.
Μπορεί να είναι. Αν αποτελέσματα εξετάσεων ή στοιχεία φακέλου κοινοποιήθηκαν σε πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα πρόσβασης, μπορεί να τίθεται ζήτημα παραβίασης ιατρικού απορρήτου ή/και προσωπικών δεδομένων.
Ναι. Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας προβλέπει ότι η υποχρέωση τήρησης και διαφύλαξης του ιατρικού απορρήτου δεν παύει με τον θάνατο του ασθενή.
Ο ασθενής έχει δικαίωμα πρόσβασης στον ιατρικό του φάκελο και λήψης αντιγράφων. Μετά τον θάνατό του, το δικαίωμα αυτό ασκείται από τους κληρονόμους του, εφόσον είναι συγγενείς μέχρι τετάρτου βαθμού. Τρίτοι δεν έχουν ελεύθερη πρόσβαση, εκτός από ειδικές περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος.
Διαβάστε επίσης
Όταν ο γιατρός λέει «δεν είναι τίποτα»: πότε η καθυστέρηση
Πήγατε στον γιατρό. Περιγράψατε τα συμπτώματα. Κάνατε εξετάσεις. Ζητήσατε μια καθαρή απάντηση.Και η απάντηση ήταν καθησυχαστική: «Δεν είναι τίποτα».Μόνο που αργότερα αποδείχθηκε ότι...
ΠερισσότεραAI και διάγνωση: όταν ο ασθενής ρωτά ένα chatbot πριν
Όλο και περισσότεροι ασθενείς δεν ψάχνουν πλέον απλώς τα συμπτώματά τους στο διαδίκτυο. Ρωτούν ένα chatbot. Περιγράφουν πόνο, ζάλη, θολή όραση, εξετάσεις, φόβους...
ΠερισσότεραΠιστεύετε ότι έχετε υποστεί ιατρικό λάθος εσείς ή κάποιο αγαπημένο σας προσώπο;
Μη διστάσετε να ζητήσετε τη συμβουλή μας για οποιαδήποτε απορία σας.
Συμπληρώστε τα στοιχεία σας για να επικοινωνήσουμε μαζί σας